Τράνσβααλ

Τράνσβααλ
(Transvaal). Επαρχία της Νοτιοαφρικανικής Δημοκρατίας, που περιλαμβάνεται μεταξύ του ποταμού Βάαλ στα Ν, του Λιμπόπο στα Β και των ορέων Λεμπόμπο στα Α· έχει έκταση 229.358 τ. χλμ. και πληθυσμό γύρω στα 7.532.179 κατ. Πρωτεύουσα είναι η Πρετόρια. Αποτελείται από ένα εκτεταμένο υψίπεδο ύψους 1.300-1.500 μ. (Άνω Βελντ), που υψώνεται 1.800 μ. στο νοτιοδυτικό κυματοειδές κράσπεδο, το Ουιτουατερσράντ, υδροκρίτη μεταξύ του Βάαλ και του Λιμπόπο, και σε 2.000-2.650 μ. στην οροσειρά των Δρακόντων (Ντράκενσμπεργκ), η οποία τέμνει το έδαφος από Βορρά προς Νότο στο ανατολικό του τμήμα. Το υψίπεδο κατεβαίνει απαλά προς τα Β και προς τα ΒΔ, αλλά γίνεται απότομο στο τελευταίο τμήμα της λεκάνης του Λιμπόπο. Στην περιοχή αυτή, που έχει θερμό και ξηρό κλίμα, εναλλάσσονται σαβάνες και δασώδεις περιοχές· στα Α των Ορέων των Δρακόντων εκτείνεται αντίθετα μια περιοχή με αναβαθμίδες, η οποία, εξαιτίας της επίδρασης του Ινδικού ωκεανού, έχει κλίμα θερμό και υγρό. Η αρχική φυσιογνωμία του εδάφους τροποποιήθηκε έντονα από τον άνθρωπο. Εκτεταμένες ζώνες στα Β και στο κέντρο επιδόθηκαν στη γεωργία, με μεγάλη παραγωγή σιταριού, του καλαμποκιού, του καπνού, των μπανανών, των φρούτων, ενώ οι ζώνες με σαβάνα και στέπα τροφοδοτούν μια εντατικότατη κτηνοτροφία, ιδίως προβατοειδών. Αλλά το τμήμα της χώρας, που δέχτηκε τις μεγαλύτερες τροποποιήσεις, είναι το Ουιτουατερσράντ, το οποίο αποτελείται από πλούσια χρυσοφόρα και ουρανιοφόρα πετρώματα. Εκτεταμένα προσχωσιγενή κοιτάσματα διαμαντιών βρίσκονται στην κοίτη του ποταμού Βάαλ και μεγάλα κοιτάσματα γαιανθράκων σε όλη τη νότια περιοχή, μεταξύ του Γιοχάνεσμπουργκ και της μεθορίου με το κράτος της Οράγγης. Η αφθονία καυσίμων και η παρουσία ορυκτών σιδήρου (Ταμπαζίμπι) επέτρεψαν την ανάπτυξη της χαλυβουργίας (Γιοχάνεσμπουργκ, Πρετόρια) παράλληλα με την οποία ιδρύθηκαν βιομηχανίες μηχανουργίας κάθε τύπου, μεταλλουργίας χαλκού και κασσίτερου, χημικών προϊόντων, ελαστικού και τσιμέντου, ειδών διατροφής και σε μικρότερο βαθμό υφαντουργίας. Κυριότερη πόλη, εκτός από την Πρετόρια, είναι το Γιοχάνεσμπουργκ. Άλλες μεγάλες πόλεις είναι: οι Μπενόνι, Μπόκσμπουργκ, Μπράκπαν, Τζέρμιστον, Κρούγκερσντορπ, Ρούντπορτ και Σπρινγκς, μεγάλα μεταλλειολογικά και βιομηχανικά κέντρα, που βρίσκονται όλα στη μεταλλειολογική περιοχή του Ουιτουατερσράντ. Άλλα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα της επαρχίας είναι η Καρλετονβίλ καθώς και οι Κλέρκσντορπ και Βερεενινγκινγκ. Τράνσβααλ: καταρράκτες στον ποταμό Μπλάιντ.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • Κρούγκερ, Στέφανους Γιοχάνες Πάουλους — (Stephanus Johannes Paulus Kruger, Κόλεσμπεργκ 1825 – Κλάρενς, Ελβετία 1904). Νοτιοαφρικανός πολιτικός. Σε νεαρή ηλικία συμμετείχε στην κίνηση Γκραντ Τρεκ, που οδήγησε στη δημιουργία των κρατών των Μπόερς· τα τελευταία βρίσκονταν σε καθεστώς… …   Dictionary of Greek

  • Πρετόρια — (Pretoria). Πόλη της Νοτιοαφρικανικής Δημοκρατίας, πρωτεύουσα της επαρχίας Τράνσβααλ (229.358 τ. χλμ.) και έδρα της κυβέρνησης της χώρας, στην καρδιά της επαρχίας, περίπου 80 χλμ. στα Β του Γιοχάνεσμπουργκ. Η πόλη που ιδρύθηκε το 1855, στις δύο… …   Dictionary of Greek

  • διαμάντι — Ορυκτό που αποτελείται αποκλειστικά από άνθρακα κρυσταλλωμένο στο κυβικό ή μονομετρικό σύστημα. Στην καθαρή του μορφή είναι άχρωμο. Η τυχαία παρουσία ξένων ουσιών τού προσδίδει ελαφρές ή έντονες αποχρώσεις, οι οποίες ελαττώνουν ή αυξάνουν την… …   Dictionary of Greek

  • Μπόερς — (ολλανδ. Boeren = γεωργοί). Ονομασία με την οποία προσδιορίζονται οι απόγονοι των πρώτων Ολλανδών και Γερμανών αποίκων της Νότιας Αφρικής, σε αντιδιαστολή προς τους αγγλικής καταγωγής αποίκους, που εγκαταστάθηκαν εκεί αργότερα. Έτσι, η ιστορία… …   Dictionary of Greek

  • Ντάρμπαν ή Ντούρμπαν — (Durban). Πόλη (2.396.100 κάτ. το 2003) της Νοτιοαφρικανικής Δημοκρατίας, στην επαρχία Νατάλ (92.100 τ. χλμ., 9.523.600 κάτ. το 2003), της οποίας είναι το σημαντικότερο κέντρο· Βρίσκεται στον Ινδικό ωκεανό, σ’ έναν κόλπο καλά προστατευμένο, 480… …   Dictionary of Greek

  • αποικιοκρατία — Ο όρος αποικία, με το σύγχρονο περιεχόμενό του, σημαίνει μια εδαφική μονάδα έξω από τα γεωγραφικά όρια ενός κράτους, προς το οποίο συνδέεται με δεσμούς εξάρτησης τόσο στο διοικητικό όσο και στο οικονομικό πεδίο. Η ιστορία της δημιουργίας αποικιών …   Dictionary of Greek

  • παράνθρωπος — (paranthropus). Αυστραλοπίθηκος. Λείψανά του βρέθηκαν το 1948 μέσα σε πλειο πλειστοκαινικά στρώματα στην περιοχή Κρομντράι του Τράνσβααλ. Η κρανιακή χωρητικότητα του π. είναι μικρή. Τα δόντια του θυμίζουν εκείνα του σινάνθρωπου και των σημερινών… …   Dictionary of Greek

  • πλησιάνθρωπος — (plesianthropus). Γένος απολιθωμένων ανθρωποειδών πιθήκων που ανήκουν στην οικογένεια των αυστραλοπίθηκων και αναγνωρίστηκαν από ανθρωπολόγους την περίοδο 1930 40. Απολιθώματά τους βρέθηκαν από το δρα Μπρουμ στην πλειοπλειστόκαινο του Σερκφοντάιν …   Dictionary of Greek

  • αλκέλαφος — Γένος θηλαστικών μηρυκαστικών της τάξης των αρτιοδακτύλων, γνωστό παλαιότερα ως βουβαλίς. Περιλαμβάνει διάφορα είδη που ζουν σε περιοχές της Αφρικής. Στην Ερυθραία και στην Αιθιοπία ζει το τορά (αλκέλαφος τορά) που είναι μεγάλη αντιλόπη με κοντό… …   Dictionary of Greek

  • αυτόχθονες σχηματισμοί — Στη γεωλογία χαρακτηρίζονται γενικά έτσι τα στρώματα εκείνα της Γης που έχουν παραμείνει στον τόπο που σχηματίστηκαν, σε αντίθεση με τους αλλόχθονες σχηματισμούς, δηλαδή μάζες στρωμάτων που μετακινήθηκαν σε μεγάλες, πολλές φορές, αποστάσεις (της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”